Η απόφαση

‘’...Bλέποντες τόν εαυτόν μας, τό στράτευμα καί τούς πολίτας, εν γένει μικρούς καί μεγάλους παρ ελπίδα εστερημένους από όλα τά κατεπείγοντα αναγκαία τής ζωής πρό 40 ημέρας καί ότι επληρώσαμεν τά χρέη μας ως πιστοί στρατιώται τής πατρίδος εις στενήν πολιορκίαν ταύτην καί ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τούς δρόμους όλοι.. Θεωρούντες εκ τού άλλου ότι μάς εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας καί προμηθείας τόσον από τήν θάλασσαν καθώς καί από τήν ξηράν, ώστε νά δυνηθώμεν νά βαστάξωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί τού εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: H έξοδος μας νά γίνη βράδυ εις τάς δύο ώρας τής νυκτός 10 Aπριλίου, ημέρα Σάββατον καί ξημερώνοντας τών Bαϊων, κατά τό εξής σχέδιον, ή ελθη ή δέν έλθη βοήθεια...

Eν Mισολογγίω 10 Aπριλίου 1826.‘’

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΔΥΤΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ




Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΔΥΤΙΚΗΣ ΧΕΡΣΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η παντελής απελπισία, αποτέλεσμα του σκληροτάτου ζυγού της οθωμανικής  τυραννίας έβαλεν εις τας χείρας των Ελλήνων τα όπλα ησθάνθησαν ότι δεν ημπορούσαν πλέον να ζήσουν εις την πατρίδα των, αλλ΄ ή αυτήν έπρεπε ν’ αφήσουν ή υπο την μάστιγαν της τυραννίας των δεσμωτηρίων ν΄αποθάνουν, μη δυνάμενοι να εκπληρώσουν τα υπέρ την δύναμιν των ζητήματα των τυράννων των, ή με μέρος του αίματος των να εξαγοράσουν εκείνο των  επιλοίπων αδελφών των, των γυναικών και τέκνων. ΑΠΕΦΑΣΙΣΑΝ ΤΟ ΤΡΙΤΟΝ ΚΑΙ ΕΛΑΒΟΝ ΤΑ ΟΠΛΑ…

 ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ - ΕΝ ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΟΚΤΑΚΟΣΙΟΣΤΩ ΕΙΚΟΣΤΩ ΠΡΩΤΩ

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΝ ΣΩΜΑ, ΓΕΝΝΗΜΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ




 Παρακαλείται το κοινόν του Μεσολογγίου, αν ευαρεστείται, να προσέλθη και ιδη το κατά την 11 τρεχ. Μετενεχθέν εις την πόλιν μας φοβερόν θέαμα.

Εν ανθρώπινον σώμα, γέννημα Μεσολογγίου, ονόματι Γεωρ. Μπακογιάννης, απομεινάριον της εξόδου Μεσολογγίου, και έχων τρείς αδελφάς αιχμαλώτους, εστάλη εξ Αθηνών δια να αποτεθή εις την πόλιν μας.

Ο Μεσολογγίτης λοιπόν αυτός δύναται να χρησιμεύση ως μια ζωντανή μαρτυρία όλων  των χαρίτων, όλων των ευτυχιών, και όλων των αγαθών ενός αληθούς αγωνιστού, καθότι την νύκτα της εξόδου , ότε ο δυστυχής ούτος συνεπλάκη με τους Τούρκους, και του ελιάνισαν δια σπάθης την αριστεράν χείρα, η οποία έκτοτε του έμεινεν άχρηστος, ή δε δεξιά του εξηράνθη και είναι ακίνητος. Ιππείς δε Τούρκοι του έκοψαν την κορυφήν της κεφαλής, η οποία φαίνεται ως περικεκομμένη κεφαλή χειμονικού. Από δε την μεγάλην καλοπέρασιν ο αγωνιστής ούτος επρίσθη κατά τους πόδας.

Αλλά η μόνη αυτή παρηγοριά είναι ότι εσχάτως έχασε και τους δύο οφθαλμούς του. Ως μέσον δε να αναλάβη τι φως του επενοήθη, να τον διώξουν από το τυφλοκομείον των Αθηνών και να τον στείλουν εις το Νοσοκομείον Μεσολογγιου…..

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ (ΑΝΑΣΤ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ – ΕΤΟΣ Δ’  ΑΡΙΘ. 26 της 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1859)


Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

ΠΩΣ ΥΦΑΙΝΟΥΝ & ΝΤΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΙΤΩΛΟΙ - ’’ Η ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ ’’





Το χαρακτηριστικό από τα φορέματα του τόπου είναι η φουστανέλλα. Απ’ αυτή παίρνει το όνομα «φουστανελλοφόρος» κείνος, που φοράει τα ντόπια αιτωλικά  φορέματα.
Τη φουστανέλλα τη ράβουν οι ίδιες οι γυναίκες (παλαιότερα την έρραβαν κι ραφτάδες για καλύτερα) – με πανί αμερικάνικο λευκασμένο ή με χασέ( χασιδένια φουστανέλλα. Για να γίνη μεγάλη φουστανέλλα, χρειάζεται ένα ακέραιο κομμάτι πανί. Κόβονται πρώτα τα λαγγιόλια, τριγωνικά κάπως κομμάτια παντού.
Συράβοντας εξ λαγγιόλια φκειάνουν μάννα ή λόξα. Κολλούν έπειτα τις μαννάδες κι η φουστανέλλα έτοιμη. Η πιο ξακουσμένη κι ονομαστή στα χρονικά των φουστανελλοφόρων φουστανέλλα μι σαράντα μαννάδες: « φοράει φουστανέλλα μι σαράντα μαννάδις αυτός» . Ο κάτω γύρος της φουστανέλλας πιστρώνεται και το πίστρωμα αυτό το περνούν με γαζί (το γαζώνουν). Στη μέση σουφρώνονται οι μαννάδες. Οι δίπλες συρράβονται κι έτσι εδώ γίνεται η σούφρα ή σούρα. Απ’ τη μια ως την άλλη άκρη της σούρας συμπιάνεται ένα βαμπακερός σωλήνας φκειασμένος από χοντρό πλεχτό κορδόνι από λωρίδες πανιού φκειασμένο. Έτσι γίνεται στέρια βάση όλης της φουστανέλλας. Εδώ κρατιέται το βάρος της. Είναι η φρέζα.

ΤΟ ΜΑΚΡΟΣ ΤΗΣ ΔΕΝ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΟΝΑ.   ΣΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ, ΑΝ Η ΚΑΤΩ ΑΚΡΑ ΤΗΣ ΕΓΓΙΖΕΙ ΤΗΝ ΚΛΕΙΔΩΣΗ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΚΡΥΒΕΙ ΤΗΝ ΑΝΤΖΑ.

Εννοείται , πως αυτή η φουστανέλλα, είναι η πιο τέλεια, που μπορεί να φανταστεί κανένας. Φκειάνουν όμως και φουστανέλλες κατώτερες με λιγώτερες μαννάδες οι φτωχότεροι.
Τα παλιά χρόνια οι φουστανέλλες ράβοντας από χειρίσιο χοντρόπανο και μάλιστα με κορμί απάνω, όχι με φρέζα. Αφού τις ράβανε δηλαδή τις κολλούσαν έτσι φκειασμένες σε πάνινο γελέκι χωρίς μανίκια που σκέπαζε όλο το κορμί και κουμπώνοταν μπροστά με θηλυκωτήρες. Τέτοιες κορμοφουστανέλλες φκειάνουν και σήμερα ακόμα –(κει που συνηθιέται η φουστανέλλα) για τα παιδιά που δεν είναι άξια να κρατήσουν άλλου είδους φουστανέλλα στη μέση τους.
Εδώ και λίγα χρόνια, οι τσοπανηδες φορούσαν και τις λέρες φουστανέλλες, δηλαδή αλειμμένες με ξύγκί(συνήθεια που πήραν απ’ τους κλέφτες).
ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕ ΤΩΡΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΛΑ ΑΠΟ ΣΚΟΥΡΟ ΔΡΙΛΛΙ ΔΗΛΑΔΗ Ο ΝΤΟΥΛΑΜΑΣ ή  ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ ‘’ ΠΩΣ ΥΦΑΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΝΤΥΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΙΤΩΛΟΙ’’ ΣΕΛ. 61

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ΝΑ ΕΤΣΙ ΝΤΥΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ ! (ΕΙΠΕ Ο ΜΑΡΚΟΣ)



ΝΑ ΕΤΣΙ ΝΤΥΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ ! (ΕΙΠΕ Ο ΜΑΡΚΟΣ)


 ‘’ Κατά το 1822, έφτασε στην Κόρινθο , καθέδρα της κυβέρνησης, ο Μάρκος Μπότσαρης . Ήρθε να ζητήση βοήθεια για το Σούλι , να φροντίση και για την ανταλλαγή  του αδερφού του Κώστα κι’ άλλων Σουλιωτών, που ήταν όμηροι στον Αλή Πασσά , κ’ ύστερα πέσανε στα χέρια του Χουρσίτ.  Οι Έλληνες του Μωρία κρατούσαν τα χαρέμια του Χουρσίτ αιχμάλωτα , κ’ έτσι  η ανταλλαγή ήταν εύκολη. 

Απλά ντυμένος , με τη γαλάζια του τη φέρμελη ,τη λευκή Σουλιώτικη φλοκάτα του και στη μέση μια ξύλινη πιστόλα, χωρίς την συνειθισμένη ουρά από παλικάρια ,πρώτα πήγε στον Κολοκοτρώνη , τον παλιό του αδερφοπητό από τα Εφτάσηνα, να τονέ χαιρετήση.  Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάστηκε μπροστά του ντυμένος αρχοντικά, το φέσι του δεμένο με πολύτιμη μεταξωτή σερβέτα, κατά το συνήθειο το Τούρκικο, και μ΄ ένα γιαταγάνι που άστραφτε στα χρυσά στολίδια (όλα αυτά βέβαια, λάφυρα από την Τριπολιτσά).     

Βλέποντας όμως πως η φορεσιά του η μεγαλοπρεπή άσκημα πήγαινε μπροστά στην φορεσιά του περίφημου Σουλιώτη, πούχε στολίδια μοναχά της δόξες του , στενοχωρέθηκε ,  μίλησε λίγο με τον φίλο του και τραβήχτηκε. Την άλλη μέρα παρουσιάστηκε στο Μάρκο ντυμένος κλέφτικα , με το τριμμένο του φεσάκι , τη φουστανέλλα την τρυπημένη από βόλια, την παλιά του πάλα και το φτωχό το φουσεκλίκι του(παλάσκα).Βλέποντας τον ο Μάρκος σηκώθηκε και του δώσε το χέρι. ’’

-    ‘’ Να έτσι ντύνονται τα παλικάρια ! ’’ ( είπε ο Μάρκος )

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Κ. ΣΟΥΤΣΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  ΣΕΛ. 183 , ΠΑΡΙΣΙ 1829

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ΣΕΡΣΙΓΚΑΣ - Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ






Το  υψηλό  επικάλυμμα  της  κεφαλής  από  λευκή  μουσελίνα  που  φθάνει στο πρόσωπο καλύπτει τη ράχη με πτυχές και πέφτει έως τα πόδια.

Το ανοικτό από εμπρός επανωφόρι χωρίς μανίκι είναι από ερυθρίζον βελούδο με διακόσμηση από χρυσές τρέσες . Το από κάτω φόρεμα , από σκούρο βιολετί βελούδο έχει πολύ μακρύ μανίκι, με λωρίδες στους αγκώνες από πράσινο βελούδο  στολισμένο με  κίτρινα  κορδόνια   και   χρυσούς   φραμπαλάδες.  Εμπρός  επάνω στο επίσης ανοικτό φόρεμα κρέμεται μια στολισμένη λωρίδα μουσελίνας ,  όπως μια ποδιά  και μακρύ  λευκό ποδοκάλυμμα  με κάλτσες  και παντόφλες  από  κίτρινο δέρμα.

Ένα τρίποδο παλαιάς λάμπας βρίσκεται κοντά στη γυναίκα που θέλει να ανάψει το λυχνάρι.

OTTO MAGNUS VON STACKELBERG 1787-1837
ΕΣΘΟΝΟΣ , ΝΟΜΙΚΟΣ ΔΟΚΙΜΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ , ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

‘’ Οι δε Μεσολογγίται εις όλον το διάστημα της πολιορκίας έδωκαν άπειρα δείγματα της καρτερίας και γενναιοψυχίας των , διότι ήταν εκ των πρώτων, όπου να ριψοκινδυνεύουν , οι πρώτοι εις τας μάχας και όπου ηρίστευον ελάμβαναν μόνοι σχεδόν και πάντοντε μέρος εις τας εξόδους , αφήνοντες κατά ταύτας τους πλειότερους νεκρούς και επέστρεφαν με τους περισσότερους τραυματίας. Εφύλαττον δε πάντοτε τας πλέον επικινδύνους θέσεις και ως πυροβολισταί εις τα κανονοστάσια και με τα τουφέκια εστέκοντο εις τας επάλξεις ’’ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ

'' Ζαρκαδοπαφίλια έλεγε τους Βαλτινούς γιατί φορούσανε πολλά και πλούσια αργυροχρυσωμένα στολίδια (χα’ι’μαλία , τσαπράζια , γατζούδια και τοκάδες) στα στήθια , στα ποδάρια , στο σελάχι κι’ απάνου στ’ άρματα μοιάζοντας με τα ζαρκάδια που τα ημέρωναν οι παλιοί Αρματωλοί και τα σέρνανε μαρτίνια στολισμένα με πολλά παφίλια '' - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑ’Ι’ΣΚΑΚΗΣ

«Μεγάθυμοι» και «Μενεχάρμαι» - ΌΜΗΡΟΣ